θυρξεύς

θυρξεύς, έως, , title of Apollo in Achaea, Paus.7.21.13.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • θυρξεύς — θυρξεύς, ὁ (Α) [θύρσος] προσωνυμία τού Απόλλωνος στην Αχαΐα. [ΕΤΥΜΟΛ. Αγνωστης ετυμολ. Εικάζεται κάποια σχέση με το θύρσος] …   Dictionary of Greek

  • Θυρξέως — Θυρξέω̆ς , Θυρξεύς masc gen sg Θυρξεύς masc nom sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Thyrxêvs — THYRXÊVS, ëi, Gr. Θυρξεὺς, έως, ein Beynamen des Apollo, welcher sein Orakel nahe bey Cyanea in Lycien hatte, das in einem Brunnen bestund, in welchem einer alles sehen konnte, was er wollte, wenn er hineinkuckete. Pausan. Achaic. c. 21. p. 440 …   Gründliches mythologisches Lexikon

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.